Το αγαλμα που κρυωνε του Χρήστου Μπουλώτη

το αγαλματάκι της ιστορίας ονειρεύεται μια μέρα να πετύχει κάτι που κανένα άλλο άγαλμα δεν έχει καταφέρει: να ταξιδέψει! Συγκεκριμένα, φλέγεται από την επιθυμία να βρεθεί στο μέρος απ' όπου κατάγεται και που νοσταλγεί όσο οι μαθητές τις διακοπές του καλοκαιριού. Προσεγγίζοντας διακειμενικά, θυμόμαστε άλλους ήρωες που ήθελαν να κατορθώσουν το ακατόρθωτο (και βέβαια τα κατάφεραν):  Την Κίκο, την κότα που ήθελε να πετάξει, τον Σπάρτακο, τον κούνελο του Χατζόπουλου που ήλπιζε να μεταμορφωθεί σε κανονικό κουνελάκι, ίσως ακόμα και την χρυσαφένια μπαλίτσα που ήθελε να ζήσει στιγμές δόξας (όμως μετά το μετάνιωσε). Για μια ακόμα λοιπόν φορά, αποδεικνύεται πως στην παιδική λογοτεχνία όλα είναι δυνατά, αρκεί να τα ονειρεύεσαι... για παν ενδεχόμενο, καλό είναι να έχει εξασφαλίσει κανείς και τη φιλία ενός μαγικού μπλε πουλιού που πραγματοποιεί ευχές. Σε κάποιους άλλους, η καρδιά του νεαρού αγάλματος που δεν είναι μαρμαρένια και η βοήθεια που λαμβάνει από ένα πουλί, ίσως θυμίσουν τον Ευτυχισμένο πρίγκηπα. Ο συνειρμός όμως σύντομα χάνεται, καθώς στην ιστορία μας όλα εξελίσσονται θετικά, ενώ στο παραμύθι του Ουάιλντ τα καταπίνει όλα το μαύρο σκοτάδι. Ολοκληρώνοντας, να θυμίσουμε τη φράση "φτάσε όπου δε μπορείς" που, παρότι γραμμένη εδώ και αρκετό καιρό, εξακολουθεί να εμπνέει ανθρώπους (βλ. ιστορία του Πέτρου του ποδηλάτη) και αγάλματα να κατορθώσουν το ακατόρθωτο.

 


Το βιβλίο αρέσει πολύ και στους μικρότερους μαθητές, και ένας από τους λόγους θα μπορούσε να είναι το ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αφειδώς παραμυθιακά στοιχεία: Ο ήρωας έχει έναν σκοπό για την επίτευξη του οποίου τον συντρέχουν φίλοι και μαγικοί βοηθοί. Για να τα καταφέρει πρέπει να συγκεντρώσει διάφορα υλικά αλλά και να περάσει από δοκιμασίες (να ράψει τα ρούχα σε σακούλι, να πάει το σακούλι στον Λυκαβηττό στην επόμενη πανσέληνο). Επίσης συναντάμε στερεοτυπικές φράσεις όπως Έτσι έγινε, γιατί έπρεπε να γίνει έτσι (σ.24), αλλά και περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται ο κανόνας των τριών (το άγαλμα κλαίει μαργαριτάρια τρεις φορές). Έτσι γύρω από την κύρια πλοκή διαμορφώνεται ένα περιβάλλον αρκετά οικείο για τα παιδιά.

Ολοκληρώνοντας, να προσθέσουμε ότι η αναφορά στη Σμυρναία καθαρίστρια Γαλάτεια που τραγουδάει ανατολίτικα τραγούδια, θυμίζει αμυδρά την ιστορία της Δόμνας Σαμίου, που ως 13χρονη ορφανή μικρασιάτισσα, επίσης τραγουδούσε κάνοντας δουλειές, με αποτέλεσμα η ιδιοκτήτρια του σπιτιού να την ακούσει και να τη στείλει να σπουδάσει κοντά στον Σίμωνα Καρά.Απόσπασμα

Έτσι κυλούσανε οι μήνες και τα χρόνια εκεί στο μεγάλο μουσείο της Αθήνας. Και το μικρό προσφυγάκι όλο και πιο πολύ χωνόταν μες στην κάπα του. Και δώστου κι έσφιγγε στην αγκαλιά του το σκυλάκι για να ζεσταθεί. Κρύωνε, κρύωνε πολύ η καρδιά του, που δεν ήταν μαρμαρένια.
 
Τώρα τις νύχτες, όταν έφευγαν κι οι τελευταίοι επισκέπτες κι έκλειναν οι φύλακες τις βαριές πόρτες του μουσείου, έπαψε πια να σεριανά όπως παλιά με τ' άλλα αγάλματα στις ψηλοτάβανες τις αίθουσες. Ναι… να σεριανά. Γιατί μπορεί όλη μέρα να μένουν ακίνητα τ' αγάλματα, τις νύχτες όμως, όταν δεν τα βλέπει ανθρώπου μάτι, ζωντανεύουν!
 
Και καθόλου, μα καθόλου δεν το ένοιαζε που το νόμιζαν ακατάδεχτο. Αυτό μόνο τη μακρινή πατρίδα του νοσταλγούσε κι όλο αφουγκραζόταν μήπως και ακούσει να έρχονται τα Ελληνάκια.
 
Καμιά φορά αναρωτιόταν: «Μήπως είμαι παράλογο; Μήπως ζητώ πολλά; Τ’ αγάλματα μένουν κλεισμένα στα μουσεία, δεν ταξιδεύουνε τ’ αγάλματα. Πώς να ξαναδώ λοιπόν τη μακρινή πατρίδα μου πέρα απ’ το Αιγαίο; Και τα Ελληνάκια;… Μήπως δεν πολυνοιάζονται πια για τα παλιά αγάλματα;».
 
Κάποιον Οκτώβρη όμως που οι νεραντζιές της Αθήνας αντί για νεράντζια κάναν ρόδια και στον ουρανό πάνω απ’ την Ακρόπολη αρμένιζε για μέρες μια βάρκα με λευκό πανί, ολότελα απρόσμενα εκείνο τον ασυνήθιστο Οκτώβρη απόκτησε το προσφυγάκι τρεις φίλους: την κυρία Γαλάτεια πρώτα, με τα γαλάζια μάτια, ύστερα ένα παράξενο πουλί κι ύστερα το Λάμπη, το μικρό γιο του νυχτοφύλακα. Και θ’ άλλαζαν τα πράγματα από δω κι εμπρός…
 
Η καινούρια καθαρίστρια του μουσείου ήταν η κυρία Γαλάτεια με τα γαλάζια μάτια. Κάθε Δευτέρα, που το μουσείο έμενε κλειστό, σκούπιζε και σφουγγάριζε το πάτωμα σιγοτραγουδώντας πάντα. Και την αγαπούσε τη δουλειά της, γιατί σκεφτόταν η κυρία Γαλάτεια: «Πόσοι αλήθεια άνθρωποι σ’ αυτή την πόλη έχουν την τύχη να μείνουν μόνοι, ολομόναχοι με τ’ αρχαία αγάλματα, να τους μιλούν, να τα φροντίζουν;»
 
- Καλημέρα, κυρία Γαλάτεια, της έλεγε το μικρό άγαλμα, που την περίμενε ανυπόμονα κάθε φορά, για να μιλήσει ελληνικά μαζί της, να μάθει τα νέα απ’ τον έξω κόσμο.
 
- Καλή σου μέρα, όμορφο αγοράκι μου, του απαντούσε εκείνη τρυφερά και του ‘λεγε ένα ένα τα νέα της Αθήνας.
 
Ένα πρωί Δευτέρας της λέει το μικρό άγαλμα:
- Τι γλυκά που τραγουδάς, κυρία Γαλάτεια!
 
- Είναι παλιά τραγούδια της πατρίδας μου, ξέρεις, γι’ αυτό…
 
- Και ποια είναι η πατρίδα σου, κυρία Γαλάτεια;
 
- Απ’ τη Μικρασία είμαι, απ’ τη Σμύρνη… Την έχεις ακουστά; Από κει με φέραν μικρή… Την ηλικία σου θα είχα πάνω κάτω.
- Είσαι προσφυγοπούλα! Αναφώνησε το μικρό άγαλμα και έλαμψε ολόκληρο από χαρά σαν να ξαναντάμωνε δικό του άνθρωπο που τον νόμιζε χαμένο για πάντα. Κι εγώ προσφυγάκι είμαι, κυρία Γαλάτεια. Από κείνα τα μέρη είμαι.
 
Και η κυρία Γαλάτεια με τα γαλάζια μάτια το έκλεισε στην αγκαλιά της συμπονετικά. Σχεδόν είχε ραγίσει η καρδιά της απ’ την πολλή συγκίνηση.
 
Την άλλη Δευτέρα του κουβάλησε η κυρία Γαλάτεια ένα σακούλι πράγματα. Του ‘φερε νεραντζάκι γλυκό, που το’ φτιαχνε με τα χέρια της, του ‘φερε μυριστικά φυτά από τον κήπο της, ξυλομπογιές κι άσπρο χαρτί να ζωγραφίζει, μαστίχα χιώτικη και κουκουνάρια. Του ‘φερε κι ένα πολύχρωμο τόπι, ένα τόπι πάνινο, γιατί ήξερε πως τ’ αγάλματα δεν αγαπούν το θόρυβο. Και βιάστηκε να καθαρίσει μια ώρα αρχύτερα τις αίθουσες του μουσείου, για να κερδίσει χρόνο, να καθίσει όσο γινόταν πιο πολύ κοντά στο μικρό άγαλμα που κρύωνε.
 
- Για μένα όλα τούτα τα δώρα, κυρία Γαλάτεια;
 
- Για σένα! Κι είναι λίγα… Κάθε φορά θα σου φέρνω κι άλλα. Κρύψ’ τα μόνο τώρα στην κάπα σου να μην τα δουν οι φύλακες.
 
- Και ποιο τραγούδι της πατρίδας μας θα μου τραγουδήσεις σήμερα, κυρία Γαλάτεια;
 
- Σήμερα, καλό μου αγοράκι, διάλεξα να σου πω ποιήματα για το Αιγαίο. Του Όμηρου, του αρχαίου ποιητή, που ήταν κι αυτός Μικρασιάτης σαν εμάς. Κι ήταν, λέει τυφλός και ποιητής τρανός. Και ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, που γεννήθηκε στο Αιγαίο. Την ηλικία μου έχει πάνω κάτω αυτός. Της γενιάς μου είναι.
 
- Μα πότε θα ξαναπεράσουμε τα νερά του Αιγαίου; Αναστέναξε το μικρό άγαλμα, σαν τέλειωσε να απαγγέλλει η κυρία Γαλάτεια με φτερωμένη τη φωνή.
 
- Ποιος ξέρει; Μπορεί… Ίσως… Μια μέρα ίσως ξαναδούμε τις πατρίδες μας στην αντίπερα ακτή του Αιγαίου. Έστω για λίγο. Το ‘χω κι εγώ καημό.
 
Και, καθώς ψιθύριζε κομπιαστά τα τελευταία λόγια, βούρκωσαν τα γαλάζια μάτια της.
 
Και το μικρό άγαλμα, που όλη τούτη την ώρα είχε το βλέμμα στυλωμένο στο δικό της, είπε:
 
- Σαν τα νερά του Αιγαίου είναι τα μάτια σου, κυρία Γαλάτεια. Τι γαλανά που είναι! Και η κυρία Γαλάτεια του φανέρωσε τότε πως είχε γεννηθεί με μαύρα μάτια.
 
- Με μαύρα;
 
- Ναι, καλά άκουσες. Τα μάτια μου ήταν μαύρα. Μα, όταν σ’ εκείνον το μεγάλο χαλασμό, μικρή εγώ μαζί με τους δικούς μου κι άλλους πολλούς πρόσφυγες, στοιβαγμένοι σε καΐκι, περάσαμε το Αιγαίο, γίναν τα μάτια μου γαλάζια. Βάφτηκαν σαν τη θάλασσα γαλάζια. «Τέτοιο πράγμα δεν έχει ξαναγίνει» λέγαν οι μεγάλοι και σταυροκοπιούνταν έκπληκτοι. Κι ακόμη λέγαν πως ήταν σημαδιακό… καλό σημάδι δηλαδή… Μα κύλησαν χρόνια και χρόνια από τότε…
- Με παραμύθι μοιάζει η ιστορία των ματιών σου, κυρία Γαλάτεια, της είπε το μικρό προσφυγάκι κι απ’ την ευαίσθητη καρδιά του, που δεν ήταν μαρμαρένια, ανέβηκε στα μάτια του λαμπυριστό ένα δάκρυ. Κι ύστερα κι άλλα, κι άλλα.
 
- Κλαις, καλό μου αγοράκι; Το κανάκεψε η κυρία Γαλάτεια. Και, καθώς του σφούγγιζε τα δάκρυα, τα δάκρυα εκείνα έγιναν μαργαριτάρια. Ναι, πιστέψτε με αληθινά μαργαριτάρια!
 
- Παρ’ τα να τα φορέσεις στο λαιμό, κυρία Γαλάτεια. Για σένα είναι, δικά σου, πάρ’ τα, σου λέω.
 
Πιο όμορφο πράγμα από κείνο το μαργαριταρένιο κολιέ δεν είχε βάλει πάνω της ποτέ η κυρία Γαλάτεια. Δεν το αποχωριζόταν, γιορτές, καθημερινές, ούτε κι όταν σκούπιζε και σφουγγάριζε τις αίθουσες του μουσείου.
 
Το πρόσεξε ένα πρωί Δευτέρας και η διάσημη αρχαιολόγος, η κυρία Σέμνη.
 
- Πολύ μ’ αρέσει το κολιέ σου, Γαλάτεια.
 
- Είναι από τα δάκρυα… το προσφυγάκι, ξέρετε… απ’ τα μάτια του είναι.
 
Μα τούτη τη φράση δεν πρόλαβε να την ακούσει η κυρία Σέμνη, γιατί, πολυάσχολη όπως πάντα, είχε ανοίξει βιαστικά το βήμα της και βρισκόταν κιόλας στη διπλανή αίθουσα. 

Στατιστικά Ιστοσελίδας

Σήμερα 80
Χθες111
Τη βδομάδα 479
Προηγούμενη βδομάδα 286
Το μήνα 1007
Προηγούμενο μήνα 1391
Σύνολο 45017
Χρήστες 0
Επισκέπτες 14
 

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player