Επιλογές βιβλίων για τα παιδιά μας

1967. Η εννιάχρονη Άννα έχει γενέθλια και ετοιμάζεται να υποδεχτεί τους φίλους της, αλλά, όταν ξημερώνει εκείνη η μέρα, τίποτα δεν είναι το ίδιο. Η Ελλάδα δεν έχει πια δημοκρατία, αλλά δικτατορία. Ο Παπαδόπουλος έχει κάνει πραξικόπημα και έχει αναλάβει τη διακυβέρνηση της Ελλάδας, επιβάλλοντας ένα καθεστώς ανελευθερίας και φόβου. Η Άννα μαζί με τους γονείς και τον αδερφό της μεγαλώνει μέσα σε αυτά τα γεγονότα ζώντας από κοντά τον φόβο, τη σύλληψη, την εξορία και τα βασανιστήρια φίλων και γνωστών. Η Άννα μπαίνει στην εφηβεία, ωριμάζει και αμφισβητεί όχι μόνο το καθεστώς αλλά και τους γονείς της και δε διστάζει να αντιδράσει. Κοντά της, σύμβουλος και φίλος, ο νονός της, ο οποίος υποκαθιστώντας κατά κάποιον τρόπο τους γονείς της είναι πάντα δίπλα της.

Ας θυμηθούμε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο, εκείνο που μας ενέπνευσε στην περσινή μας γιορτή και αφορούσε στα βασανιστήρια που γίνονταν στην ταράτσα του κτιρίου της οδού Μπομπολίνας 18 κάτω από τους δυνατούς ήχους μιας μοτοσυκλέτας που μάρσαρε. 

Στην αιματοβαμμένη «ταράτσα» εκατοντάδες αγωνιστές υπέμειναν  φρικτά βασανιστήρια. Ανάμεσά τους, ο Ανδρέας Λεντάκης και ο Μίκης Θεοδωράκης, που επινόησαν έναν κώδικα επικοινωνίας με χτυπήματα στον τοίχο.
Τα «τραγούδια του Αντρέα» τα περιγράφουν γλαφυρά: «Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Αντρέα, μετρώ τους χτύπους τον πόνο μετρώ. Πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα ‘μαστε παρέα. Τακ-τακ εσύ, τακ-τακ εγώ».

Η Κατερίνα στις φυλακές Αβέρωφ κοιμάται τις νύχτες δίχως εφιάλτες. Όταν ξυπνάει το πρωί κάνει γυμναστική με τις άλλες κρατούμενες, ύστερα διαβάζει, γράφει για τους εφιάλτες που έζησε στη Μπουμπουλίνας 18.

Εδώ φέρανε και τον Αντρέα. Μόλις τον πιάσανε, τον βάλανε στο διπλανό δωμάτιο. Πρόλαβε να μας ρωτήσει «Βαράνε πολύ;». Κι εμείς δεν προλάβαμε να του απαντήσουμε. Μόνο αρχίσαμε το τραγούδι:

“Si me queras escrivir yas sabes mi paradero tercera brigada mixta primera linea del fugo…”

«Αν θέλεις να μου γράψεις, ξέρεις τη διεύθυνσή μου, Τρίτη ταξιαρχία, στην πρώτη γραμμή του πυρός...»

Περιμέναμε την ώρα που θα τον ανεβάζανε απάνω.Τραγουδάγαμε και του χτυπάγαμε συνθηματικά τον τοίχο. Τον ξεπροβοδίζαμε.Είχε πάθει τρει διασείσεις. Δεν ξέραμε πώς θα ξανακατέβαινε κάτω. Τα τρανζίστορ άρχισαν να παίζουν στη διαπασών.Το βασανιστήριο ήταν σίγουρο. Τίποτε δεν μπορούσε να το εμποδίσει...

Κι όμως υπήρχε μια μάχη που θα δινόταν... στην πρώτη γραμμή του πυρός. Τον ανεβάσανε και τον κρατήσανε μέχρι να ξημερώσει.

Όλο το βράδυ ήμαστε μαζί του. Σε μια στιγμή, που έπαψαν να ακούγονται χτυπήματα, η μοτοσικλέτα, και ακούγαμε μόνο ουρλιαχτά, τότε δεν αντέξαμε. Η Χρυσή έβγαλε υστερικές φωνές και η Αριάδνη τιναζόταν από σπασμούς. Εγώ έλεγα και ξανάλεγα δυνατά: «Να πεθάνει, να πεθάνει. Να μη βασανίζεται άλλο».

«Αν θέλεις να μου γράψεις, ξέρεις τη διεύθυνσή μου, Τρίτη ταξιαρχία, στην πρώτη γραμμή του πυρός...»

Περιμέναμε την ώρα που θα τον ανεβάζανε απάνω.Τραγουδάγαμε και του χτυπάγαμε συνθηματικά τον τοίχο. Τον ξεπροβοδίζαμε.Είχε πάθει τρει διασείσεις. Δεν ξέραμε πώς θα ξανακατέβαινε κάτω. Τα τρανζίστορ άρχισαν να παίζουν στη διαπασών.Το βασανιστήριο ήταν σίγουρο. Τίποτε δεν μπορούσε να το εμποδίσει...

Κι όμως υπήρχε μια μάχη που θα δινόταν... στην πρώτη γραμμή του πυρός. Τον ανεβάσανε και τον κρατήσανε μέχρι να ξημερώσει.

Όλο το βράδυ ήμαστε μαζί του. Σε μια στιγμή, που έπαψαν να ακούγονται χτυπήματα, η μοτοσικλέτα, και ακούγαμε μόνο ουρλιαχτά, τότε δεν αντέξαμε. Η Χρυσή έβγαλε υστερικές φωνές και η Αριάδνη τιναζόταν από σπασμούς. Εγώ έλεγα και ξανάλεγα δυνατά: «Να πεθάνει, να πεθάνει. Να μη βασανίζεται άλλο».

«Αν θέλεις να μου γράψεις, ξέρεις τη διεύθυνσή μου, Τρίτη ταξιαρχία, στην πρώτη γραμμή του πυρός...»

Περιμέναμε την ώρα που θα τον ανεβάζανε απάνω.Τραγουδάγαμε και του χτυπάγαμε συνθηματικά τον τοίχο. Τον ξεπροβοδίζαμε.Είχε πάθει τρει διασείσεις. Δεν ξέραμε πώς θα ξανακατέβαινε κάτω. Τα τρανζίστορ άρχισαν να παίζουν στη διαπασών.Το βασανιστήριο ήταν σίγουρο. Τίποτε δεν μπορούσε να το εμποδίσει...

Κι όμως υπήρχε μια μάχη που θα δινόταν... στην πρώτη γραμμή του πυρός. Τον ανεβάσανε και τον κρατήσανε μέχρι να ξημερώσει.

Όλο το βράδυ ήμαστε μαζί του. Σε μια στιγμή, που έπαψαν να ακούγονται χτυπήματα, η μοτοσικλέτα, και ακούγαμε μόνο ουρλιαχτά, τότε δεν αντέξαμε. Η Χρυσή έβγαλε υστερικές φωνές και η Αριάδνη τιναζόταν από σπασμούς. Εγώ έλεγα και ξανάλεγα δυνατά: «Να πεθάνει, να πεθάνει. Να μη βασανίζεται άλλο».

Ακούγαμε τα νερά που του έριχναν και τον Κιούπη που ανεβοκατέβαινε. Τα ξημερώματα είπε: «Φτάνει. Δε θ’ αντέξει άλλο». Τότε πέσαμε κι εμείς να κοιμηθούμε.Όταν την άλλη μέρα κοιτάξαμε από την τρύπα του δωματίου, είδαμε ένα μάτσο κρέας ματωμένο. Κι όμως η μάχη δόθηκε. Όταν ο Αντρέας μας ξανακοίταξε, με το παραμορφωμένο πρόσωπό του, ανάμεσα στα αίματα και στα γένια, ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ.ΤΟΥΣ ΕΙΧΕ ΝΙΚΗΣΕΙ.

Από το βιβλίο της Ζωρζ Σαρή «Τα γενέθλια», σελ 186-187.

Ακούγαμε τα νερά που του έριχναν και τον Κιούπη που ανεβοκατέβαινε. Τα ξημερώματα είπε: «Φτάνει. Δε θ’ αντέξει άλλο». Τότε πέσαμε κι εμείς να κοιμηθούμε.Όταν την άλλη μέρα κοιτάξαμε από την τρύπα του δωματίου, είδαμε ένα μάτσο κρέας ματωμένο. Κι όμως η μάχη δόθηκε. Όταν ο Αντρέας μας ξανακοίταξε, με το παραμορφωμένο πρόσωπό του, ανάμεσα στα αίματα και στα γένια, ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ.ΤΟΥΣ ΕΙΧΕ ΝΙΚΗΣΕΙ.

Από το βιβλίο της Ζωρζ Σαρή «Τα γενέθλια», σελ 186-187.

Στατιστικά Ιστοσελίδας

Σήμερα 129
Χθες26
Τη βδομάδα 250
Προηγούμενη βδομάδα 286
Το μήνα 778
Προηγούμενο μήνα 1391
Σύνολο 44788
Χρήστες 0
Επισκέπτες 11
 

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player